Αγρότης, τεύχος 478

14 A Γ Ρ Ο Τ Η Σ 2 0 1 9 / T E Υ Χ Ο Σ 4 7 8 ΓΕΩΡΓIΑ Η προσαρμογή του δέντρου στις μεσογειακές συνθήκες έγκειται στο γεγονός ότι διαθέτει φύλλα δερματώδη και με λίγα στόματα στην κάτω μόνο επιφάνεια των φύλλων, που σε περιόδους ξηρασίας κλείνουν περιορίζοντας στο ελάχιστο την απώλεια νερού από το φυτό. Οι ρίζες του φυτού εισέρχονται σε μεγάλο βάθος εντός του εδάφους και μπορούν να αξιοποιήσουν και την ελάχιστη διαθέσιμη υγρασία. Παρόλα αυτά, το κλείσιμο των στοματίων των φύλλων περιορίζει την είσοδο οξυγόνου ή διοξειδίου του άνθρακα, επιδρώντας αρνητικά σε βασικές λειτουργίες αύξησης και ανάπτυξης του δέντρου, ενώ η παραγωγή καρπού βρίσκεται στο ελάχιστο. Η άρδευση της ελιάς είναι ίσως ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που διαμορφώνουν την παραγωγικότητά της. Συνεπώς για μία καλή σοδειά θα πρέπει να ικανοποιούνται πλήρως οι απαιτήσεις της σε νερό. Με τη συστηματική άρδευση των ελαιώνων η παραγωγή μπορεί να αυξηθεί σημαντικά. Η άρδευση των ελαιώνων αρχικά γινόταν με τις γνωστές πατροπαράδοτες μεθόδους άρδευσης όπως ήταν το πλυμαντό, τα αυλάκια και οι λεκάνες. Σήμερα χρησιμοποιούνται σύγχρονα συστήματα άρδευσης, και η άρδευση γίνεται, ως επί το πλείστο, με μικροεκτοξευτήρες και σταγόνες. Με τη χρήση των συστημάτων αυτών δίνεται η δυνατότητα χρήσης και εναλλακτικών πηγών νερού, όπως είναι το ανακυκλωμένο νερό ή ακόμη η χρήση ποιοτικά υποβαθμισμένων νερών. Επιπρόσθετα, η εξοικονόμηση νερού που επιτυγχάνεται είναι πολύ μεγάλη σε σχέση με τις επιφανειακές μεθόδους άρδευσης, όπως επίσης και το κόστος των εργατικών για την άρδευση είναι μειωμένο. Οι μέσες ετήσιες απαιτήσεις σε νερό για ένα δεκάριο ελιάς ανέρχονται στους 450 τόνους νερού για δέντρα πλήρους ανάπτυξης. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι οι περίοδοι στις οποίες πρέπει να δοθεί το νερό αυτό. Υπό κανονικές συνθήκες βροχόπτωσης η περίοδος άρδευσης ξεκινά τον Απρίλιο μέχρι και το τέλος του Οκτώβρη, αν και σε περιόδους ανομβρίας οι αρδεύσεις είναι δυνατόν να αρχίσουν νωρίτερα. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, και συγκεκριμένα κατά τον Ιούνιο, οι υδατικές απαιτήσεις της ελιάς υπολογίζονται περίπου στους 80 τόνους το δεκάριο, τον Ιούλιο στους 87 τόνους, ενώ τον Αύγουστο περίπου σε όσες και τον Ιούνιο. Τους επόμενους μήνες οι ποσότητες νερού που δίνονται περιορίζονται και φτάνουν τους 30 τόνους μέχρι τον Οκτώβριο. Να σημειωθεί ότι τα κρίσιμα σημεία για άρδευση της ελιάς είναι κατά την περίοδο διαφοροποίησης των ανθοφόρων οφθαλμών που τοποθετείται χρονικά περίπου τον Ιανουάριο - Φεβρουάριο και την περίοδο Απριλίου - Μαΐου κατά το στάδιο άνθισης και καρπόδεσης. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες Ιούλιο-Αύγουστο γίνεται η αύξηση του μεγέθους του καρπού, καθώς και το γέμισμα του πυρήνα. Η υδατική καταπόνηση στο στάδιο αυτό μπορεί να φέρει αρνητικές επιπτώσεις στο τελικό μέγεθος του καρπού και την ποιότητα του ελαιόλαδου, επομένως πρέπει να αποφεύγεται προσφέροντας επαρκή άρδευση. Σε ό,τι αφορά την ποιότητα του νερού άρδευσης, η ελιά είναι μία από τις πλέον ανθεκτικές φυτείες στη χρησιμοποίηση ποιοτικά υποβαθμισμένων νερών. Κατατάσσεται στα φυτά που αντέχουν σε υψηλές συγκεντρώσεις αλάτων και βορίου στο νερό άρδευσης. Αυτό που πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα στις περιπτώσεις χρησιμοποίησης τέτοιων νερών είναι να δίνονται περιοδικά επιπρόσθετες ποσότητες νερού για ξέπλυμα των αλάτων σε βαθύτερα στρώματα. Σε περιόδους ανομβρίας, τα αποτελέσματα της έλλειψης νερού αναμένεται να είναι ιδιαίτερα εμφανή στις αρδευόμενες καλλιέργειες ελιάς σε αντίθεση με τις ξηρικές που παρουσιάζονται ως πιο ανθεκτικές λόγω του ότι έχουν αναπτυγμένο βαθύ ριζικό σύστημα. Τέλος, να σημειωθεί ότι κάθε ποικιλία ελιάς αντιδρά διαφορετικά στην ποσότητα και τη συχνότητα άρδευσης, αφού τόσο η ποσότητα όσο και η ποιότητα του καρπού, είτε πρόκειται για επιτραπέζιες ή ποικιλίες για παραγωγή λαδιού, εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά του εδάφους, την ποικιλία, το είδος του κλαδέματος, τον τρόπο λίπανσης και από πολλούς άλλους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη όχι μόνο για μια καλή παραγωγή αλλά και για μείωση του φαινομένου της παρενιαυτοφορίας. Η ελιά καλλιεργείται στον τόπο μας από αρχαιοτάτων χρόνων. Είναι ένα φυτό εξαιρετικά προσαρμοσμένο στο μεσογειακό κλίμα, που μπορεί να αναπτύσσεται και να παράγει κάτω από αντίξοες κλιματολογικές συνθήκες. Η σπουδαιότητα του δέντρου αυτού δεν περιορίζεται μόνο στην οικονομική συνεισφορά που έχει ιδιαίτερα στις απομακρυσμένες αγροτικές περιοχές, αλλά και στη διατήρηση του περιβάλλοντος. Η ελιά καλλιεργείται σε ορισμένες περιοχές του νησιού μας ως ξηρική διότι διαθέτει μηχανισμούς που της επιτρέπουν να επιβιώσει και να παραγάγει καρπό σε ποικιλία εδαφών αξιοποιώντας και την ελάχιστη διαθέσιμη υγρασία του εδάφους. Η άρδευση της ελιάς δρ Γεώργιος Νικολάου Λειτουργός Γεωργίας Α΄ Τμήμα Γεωργίας

RkJQdWJsaXNoZXIy MzU4MTg0