45 Παράθυρο στη γεύση η κυριότερη απασχόληση των κατοίκων ήταν η παραγωγή τυριού και ότι μεγάλα κοπάδια αιγών και προβάτων έβρισκαν άφθονη τροφή στην Ακανθού. Το Ακαθιώτικο τυρί παρασκευαζόταν κατά την περίοδο του «Πενηνταημέρου», πριν το Πάσχα. Υπάρχουν, επίσης, αναφορές σε εξαγωγές Ακαθιώτικου τυριού σε γειτονικές χώρες της Κύπρου. Μέθοδος παραγωγής: Το αιγινό γάλα φιλτράρετo μέσα από λεπτό ύφασμα, την «κουρούκλα», και κλαδιά «ξισταρκάς» (λαδανιά) για να απομακρυνθούν τυχόν ακαθαρσίες και να πάρει ένα λεπτό άρωμα. Στη συνέχεια, τοποθετείτο σε καζάνι («χαρτζίν») που έβραζε στην εστία, «νηστιά». Προστίθετο πυτιά και αφού αυτή διαλυόταν στο γάλα, έσβηναν τη φωτιά και το περίμεναν να πήξει. Μετά το πήξιμο του γάλακτος ανακάτευαν το τυρόπηγμα με τα χέρια και το μάζευαν σιγά-σιγά μέχρι να ενωθεί σε μια μεγάλη μάζα, το «βλούγκο». Ο «βλούγκος» τοποθετείτο σε «ταλάρια» και πιεζόταν έντονα με το χέρι. Στη συνέχεια, τα «ταλάρια» τοποθετούνταν σε ζεστό τυρόγαλα, τον «βραστό νορό» (πρώτο βράσιμο). Το τυρί αφαιρείτο από τα «ταλάρια» και αφού τριβόταν για να γυαλίσει, επανατοποθετείτο στα «ταλάρια» και πιεζόταν ξανά. Τα «ταλάρια» τοποθετούνταν ξανά στον ζεστό «νορό» (δεύτερο βράσιμο). Το τυρί αφαιρείτο από τα «ταλάρια», αλατιζόταν και επανατοποθετείτο στα «ταλάρια», διαδικασία που επαναλαμβανόταν τις επόμενες 3 μέρες. Τέλος, το τυρί αφαιρείτο από τα «ταλάρια» και αφηνόταν έξω για 2-3 νύκτες για να υγρανθεί («νοθκιαστεί»). Τα τυριά που θα χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή των φλαούνων δεν περνούσαν από άλλη διαδικασία. Τα υπόλοιπα, στη συνέχεια, είτε τοποθετούνταν σε «ψαθαρκά» (πλεγμένο καλάμι) πάνω από «καπνιά» θάμνου σχινιάς για να καπνιστούν, είτε εμβαπτίζονταν σε λιωμένο κερί μέλισσας. Στη συνέχεια, τα άφηναν να ξεραθούν και έτσι, μπορούσαν να διατηρηθούν για 3-4 χρόνια. Γαστρονομία: Το Ακαθιώτικο τυρί χρησιμοποιείτο για την παρασκευή των φλαούνων, ως μεζές ή ως τριμμένο τυρί στα ζυμαρικά. Λαγγόπιττες Ριζοκαρπάσου Οι Λαγγόπιττες Ριζοκαρπάσουείναι τρυπητές πίτες οι οποίες ψήνονταν πάνω στην «πλάκαν» (είδος πέτρας πάχους περίπου 3 εκατοστών που είναι στρογγυλεμένη και λεία και τοποθετείται πάνω στα κάρβουνα). Ιστορία: Σύμφωνα με τις Κυπρή και Πρωτόπαπα (1997), οι «λαγγόπιττες» είναι είδος πίτας την οποία έψηναν πάνω σε «πλάκαν» στο Ριζοκάρπασο για τη νηστεία της γιορτής του Ιωάννη του Προδρόμου στις 29 Αυγούστου. Μέσα από τη βιβλιογραφία φαίνεται ότι «λαγγόπιττες» παρασκευάζονταν με διάφορες παραλλαγές και σε άλλες περιοχές της Κύπρου, ειδικά σε χωριά της Πάφου. Μέθοδος παραγωγής: Ετοιμάζεται η ζύμη η οποία είναι παχύρευστος χυλός από αλεύρι, νερό και προζύμι (με πιθανή προσθήκη μικρής ποσότητας άλατος). Η ζύμη σκεπάζεται και τοποθετείται σε ζεστό μέρος για να «μπει» (να φουσκώσει). Στη συνέχεια, η πλάκα «πυρώνεται» (ζεσταίνεται καλά) και προστίθεται λίγο λάδι ώστε να μην κολλά. Ο χυλός μεταφέρεται ανά μικρές ποσότητες πάνω στην πλάκα για να ψηθεί. Κατά τη διάρκεια του ψησίματος ο χυλός ραντίζεται, με το χέρι, με νερό και έτσι δημιουργούνται τρύπες (φουσκάλες) που μοιάζουν με κηρήθρες. Γαστρονομία: Οι «λαγγόπιττες» Ριζοκαρπάσου καταναλώνονταν ζεστές ή κρύες με μέλι ή χαρουπόμελο ή /και έψημα.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTUzMzM1NQ==