Unus Pro Omnibus. Ο Sylvain Beraud και οι Λατίνοι της Κύπρου.

Ήταν όμως πολύ κουραστικό να πηγαινοέρχομαι στη Λευκωσία, έφευγα το πρωί και επέστρεφα αργά το βράδυ, οι δρόμοι και τα αυτοκίνητα ήταν διαφορετικά από τα σημερινά βέβαια. Μια μέρα, μια ηλικιωμένη καλόγρια με είδε που ήμουν πολύ κουρασμένος και ζήτησε να μου μιλήσει. Ξεκίνησε να λέει πως με βλέπει που κουράζομαι πολύ και που τρέχω συνέχεια με τις πολλές μου υποχρεώσεις. Δεν κατάλαβα στην αρχή που το πήγαινε, στο τέλος μου είπε, «είσαι καλό παιδί, σε ξέρουμε, είσαι εργατικός και τίμιος, γιατί δεν βρίσκεις μια κοπέλα να παντρευτείς, αν θέλεις, εμείς έχουμε μια να σου προτείνουμε». Έτσι μου πρότειναν τη Μαίρη. Βέβαια, εγώ ήξερα τη Μαίρη από το Παρίσι. Είχα χάσει τα ίχνη της και δεν ήξερα πως ήρθε πίσω στη Λευκωσία. Η γριά μοναχή οργάνωσε μια μικρή κωμωδία, κανόνισε να βρεθούμε στον διάδρομο, εγώ συνοδευόμενος από την προξενήτρα και η Μαίρη συνοδευόμενη από την ηγουμένη. Μόλις, κοιταχτήκαμε πριν ακόμη προλάβουν να μας συστήσουν οι δήθεν ανήξερες μοναχές, η Μαίρη αναφώνησε, «σας ξέρω φάγαμε μαζί στο Παρίσι». Να μη σας τα πολυλογώ, παντρευτήκαμε και ζήσαμε μια ωραία ζωή. Ήταν πολύ καλό κορίτσι, σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Παρίσι την ίδια περίοδο μ’ εμένα. Ο πατέρας της ήταν γεωπόνος, όλοι οι συγγενείς της ήταν στην Αγγλία και έμενε μόνη στη Λευκωσία. Ήταν βέβαια ορθόδοξη αλλά παντρευτήκαμε.

RkJQdWJsaXNoZXIy MzU4MTg0