Unus Pro Omnibus. Ο Sylvain Beraud και οι Λατίνοι της Κύπρου.

19 UNUS PRO OMNIBUS Η εμπορική σημασία της πόλης παρέμεινε αμετάβλητη, καθόλη τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας και κατάφερε να προσαρμοστεί στις νέες εμπορικές ανάγκες. Όσοι έζησαν και έγραψαν την εποχή αυτή, αναφέρονται στην πόλη της Λάρνακας, ως το σημαντικότερο λιμάνι του νησιού, στο οποίο σταθμεύουν πλοία από την Ευρώπη αλλά και την Ανατολή και στην οποία διεξάγονται όλες οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ Κυπρίων και ξένων. To επίνειο της πόλης, η Σκάλα, καλούμενο και Σαλίνες, εκτεινόταν τρία μίλια κατά μήκος της ακτής. Το μεσαιωνικό φρούριο, τοποθετημένο στην ακτή, βρισκόταν σε πολύ κακή κατάσταση. Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας φιλοξενούσε ένα σώμα γενίτσαρων και ήταν εξοπλισμένο με κανόνια, τα οποία χρησιμοποιούνταν όχι για την άμυνα, αλλά για την επικοινωνία με άλλα στρατόπεδα και πλοία, όπως και για τον χαιρετισμό των τελευταίων όταν μετέφεραν σημαντικές προσωπικότητες. Στην ακτή βρίσκονταν, επίσης, κτίρια που φιλοξενούσαν προξενικά γραφεία και εμπορικούς οίκους που ανήκαν σε Ευρωπαίους. Διακόσια μέτρα από την ακτή, πίσω και γύρω από το χάνι της πόλης βρισκόταν το παζάρι, το εμπορικό κέντρο που θεωρούνταν το μεγαλύτερο του νησιού σε μέγεθος και σε όγκο συναλλαγών. Στο παζάρι αυτό, αναφέρει ο Giovanni Mariti, στα μέσα του 18ου αιώνα μπορούσε κανείς να βρει όλων των ειδών φαγώσιμα σε καλές τιμές και, στα καταστήματα, όλα τα εμπορικά είδη από την Ευρώπη. Δίπλα από το παζάρι βρισκόταν το τελωνείο και, πιο πίσω, οι αποθήκες, τα μαγκαζένα, με τα προϊόντα προς εξαγωγή: βαμβάκι, μετάξι, κρασί κ.ο.κ. Η πόλη της Λάρνακας βρισκόταν ενάμισι μίλι βορειοδυτικά από τη Σκάλα, στις δυτικές άκρες του αρχαίου Κιτίου και κατά μήκος του δρόμου που οδηγεί στο εσωτερικό του νησιού. Ήταν μεγαλύτερη από τη Σκάλα κατά τον 18ο αιώνα και φιλοξενούσε μεγάλο αριθμό κατοίκων, μέρος των οποίων ήταν Ευρωπαίοι. Κατά τον 19ο αιώνα η κατάσταση αντιστράφηκε, τα προξενεία μεταφέρθηκαν στη Σκάλα και μαζί τους μεγάλο μέρος των ευρωπαίων κατοίκων. Στη Λάρνακα βρίσκεται και το μοναστήρι της Παναγίας της Λάρνακας, Santa Maria di Larnaca, ή Παναγία των Χαρίτων, Santa Maria delle Grazie, που ανήκει στους Φραγκισκανούς μοναχούς των Αγίων Τόπων, εξού και το όνομα του μοναστικού συμπλέγματος ως Terra Santa. Το μοναστήρι είναι τοποθετημένο στην κεντρική πλατεία της πόλης, που τον 18ο αιώνα ονομαζόταν Piazza del Mercato (Πλατεία Εμπορίου) και έναντι του αγγλικού προξενείου. Το πρώτο κτίσμα του ναού χρονολογείται από το 1596, ενώ το 1724 με την άνθηση της καθολικής κοινότητας, ο παλαιός ναός θα κατεδαφιστεί και στη θέση του θα ανεγερθεί νέος κατά πολύ μεγαλύτερος. Ο ναός του μοναστηριού λειτουργεί μέχρι σήμερα ως ενοριακός ναός για όλη τη ρωμαιοκαθολική και μαρωνίτικη κοινότητα της Λάρνακας και της Σκάλας. Το μοναστήρι χρηματοδοτούνταν από την ευκατάστατη καθολική κοινότητα και, ιδιαίτερα, από τους προξένους και τους μεγαλεμπόρους, αλλά και από τις προσφορές των προσκυνητών, των περαστικών πλοίων, που το θεωρούσαν το τελευταίο προσκύνημα πριν από το ταξίδι για τους Αγίους Τόπους. Το μοναστήρι ήταν γνωστό για το καλό φαρμακείο του, τον βοτανικό κήπο του και την πλούσια βιβλιοθήκη του.

RkJQdWJsaXNoZXIy MzU4MTg0